eksatomikevmeni_therapeftiki
Βρίσκεστε εδώ:
Αρχική > Εξατομικευμένη Θεραπευτική > Τμήμα ελέγχου αντιμεταστατικών παραγόντων
Τμήμα ελέγχου αντιμεταστατικών παραγόντων

Οι μεταστάσεις είναι αποκλειστικά συνδεδεμένες με την ύπαρξη κακοήθους όγκου και ευθύνονται για περίπου το 90% της θνησιμότητας εξαιτίας καρκίνου.

Μετάσταση ονομάζεται η μετακίνηση καρκινικών κυττάρων από τον πρωτοπαθή όγκο σε άλλα σημεία του σώματος μέσω των αγγείων του αίματος ή των λεμφικών αγγείων, με επακόλουθο το σχηματισμό νέου κακοήθους όγκου σε απομακρυσμένο σημείο.

Το καρκινικό κύτταρο για να γίνει μεταστατικό υφίσταται κάποιες αλλαγές που του επιτρέπουν να αποσπαστεί από τον αρχικό όγκο. Μεταστατικός όγκος, λοιπόν, καλείται ο νέος όγκος που δημιουργείται όταν καρκινικά κύτταρα αποκολληθούν από τον αρχικό όγκο και αναπτυχθούν σε μια νέα θέση. Έχει τον ίδιο τύπο ανώμαλων κυττάρων και το ίδιο όνομα με τον πρωτοπαθή. Για παράδειγμα εάν κύτταρα καρκίνου του πνεύμονα επεκταθούν με μεταστάσεις στα οστά έχουμε μεταστατικό καρκίνο του πνεύμονα στα οστά και όχι καρκίνο των οστών.

Τα καρκινικά κύτταρα μπορούν να δώσουν μεταστάσεις σχεδόν σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος, με συνηθέστερες μεταστατικές εστίες τους πνεύμονες, τα οστά, το συκώτι και τον εγκέφαλο.Κάποιοι τύποι καρκίνου προτιμούν να δίνουν μεταστάσεις σε συγκεκριμένα όργανα, όπως ο καρκίνος του πνεύμονα στον εγκέφαλο και τα οστά, ο καρκίνος του παχέος εντέρου στο ήπαρ, ο καρκίνος του προστάτη στα οστά. Οι μεταστάσεις δεν παρουσιάζουν πάντα ειδικά συμπτώματα και μπορεί να ανευρεθούν τυχαία ή στα πλαίσια της παρακολούθησης σε απεικονιστικές ή εργαστηριακές εξετάσεις. Όταν δίνουν συμπτώματα αυτά εξαρτώνται από τον τύπο, το μέγεθος και την εντόπιση των μεταστάσεων. Για παράδειγμα μεταστάσεις στα οστά είναι πιθανό να προκαλούν πόνο και να προδιαθέτουν σε κατάγματα, οι εγκεφαλικές μεταστάσεις κεφαλαλγία, επιληπτικές κρίσεις, αστάθεια, οι πνευμονικές μεταστάσεις δύσπνοια και αιμόπτυση, οι ηπατικές διόγκωση κοιλιάς ή ίκτερο (κίτρινη χρώση του δέρματος).

Οι μεταστάσεις συνήθως έπονται του αρχικού όγκου. Όταν ανευρεθεί ένας νέος όγκος σε ασθενή που στο παρελθόν είχε καρκίνο και, κυρίως μέσα στη πρώτη πενταετία, είναι πιθανότερο ότι πρόκειται για μετάσταση του πρωτοπαθούς όγκου παρά για νέο όγκο. Άλλες φορές μετάσταση και πρωτοπαθής όγκος ανακαλύπτονται ταυτόχρονα και ενίοτε ο πρωτοπαθής όγκος διαγιγνώσκεται εξαιτίας των συμπτωμάτων της μεταστατικής εστίας. Και στις δυο περιπτώσεις απαιτείται αναζήτηση της πρωτοπαθούς εστίας για να λάβει την κατάλληλη, για τον πρωτοπαθή όγκο, θεραπεία. Αφού γίνουν απεικονιστικές, εργαστηριακές και άλλες εξετάσεις για να απαντήσουμε με βεβαιότητα στο αν πρόκειται για πρωτοπαθή όγκο ή μετάσταση χρειάζεται η γνώμη του παθολογοανατόμου, ο οποίος μελετώντας δείγμα του καρκινικού ιστού στο μικροσκόπιο θ’ αναγνωρίσει τα μεταστατικά κύτταρα.

Δυστυχώς στη μεταστατική νόσο η θεραπεία δεν μπορεί να είναι ριζική (ίαση), αλλά στοχεύει στην παράταση ζωής & στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Το τμήμα ελέγχου των αντιμεταστατικών παραγόντων της Μονάδας MyoncotherapyTM δραστηριοποιείται στους εξής τομείς:

  • Kατανόηση και ερμηνεία των μοριακών οδών των καρκινικών βλαστικών κυττάρων που συσχετίζονται με τον σχηματισμό και την εξέλιξη του όγκου και την αναστολή αυτών των οδών σηματοδότησης της ογκογένεσης μέσω ανιμεταστατικών βιολογικών και χημικών παραγόντων
  • Έλεγχος των γονιδίων που συνδέονται με την μετάσταση ανά ογκολογικό ασθενή (Κωδικός Εξέτασης: ΜC_001-x, όπου “x” το όνομα του γονιδίου) Περιλαμβάνονται αναγνωρισμένα γονίδια που καταστέλλουν την μετάσταση όπως τα: nm-23, KAI-1, KiSS-1, BrMS 1, MKK4, MASPIN, καθώς και αναγνωρισμένα γονίδια που ενισχύουν την μετάσταση όπως τα: Ras, MEK1, Stromelysin-3, s110A4 , οστεοποντίνη, ΜΤΑ-1, Rho/Rac, GTPάσες, CXCR4/CCR7.
  • Επιλογή βάση κριτηρίων και συμμετοχή του ογκολογικού ασθενή με μεταστατική νόσο σε πολυκεντρικές κλινικές μελέτες για την απόδειξη της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας νέων θεραπευτικών αντιμεταστατικών παραγόντων.
  • Τμήμα συνδυασμένης χημειοθεραπείας και ακτινοβολίας

Οι Steel και Pckham το 1976 διαίρεσαν σε 4 κατηγορίες τους μηχανισμούς της συνδυασμένης χημειοθεραπείας με θεραπευτικό πλεονέκτημα, λόγω της συνέργειας στην αντινεοπλασματική δράση:

  1. χρήση της ανεξάρτητης τοξικότητας των διαφορετικών αντινεοπλασματικών με αποτέλεσμα να χορηγούνται σε πλήρη δόση
  2. χρήση του διαφορετικού φάσματος δράσης των αντινεοπλασματικών φαρμάκων
  3. προστατευτικά των φυσιολογικών ιστών όπως η δεξραζοξάνη και η αμιφοστίνη
  4. χρήση ενισχυτικών στην ανταπόκριση του όγκου όπως η βεραπαμίλη, η κυκλοσπορίνη Α ή τα ανάλογά τους και η χρήση του φυλλικού οξεός με 5-φθοριουρακίλη, G-CSF, KGF

Η γενετική αστάθεια των όγκων είναι το αποτέλεσμα της ύπαρξης ανθεκτικών καρκινικών υποκλώνων με διαφορετικά επίπεδα χημειοευασθησίας στα φάρμακα και στην ακτινοβολία.

Σε συνεργασία και κατ’ εντολή του θεράποντος ογκολόγου ιατρού, το τμήμα συνδυασμένης χημειοθεραπείας και ακτινοβολίας της Μονάδας σχεδιάζει και χορηγεί κατά περίπτωση εξατομικευμένο πρωτόκολλο χημειοθεραπείας με την χρήση πολλαπλών παραγόντων ή/και ακτινοβολίας σε ανθεκτικούς στη φαρμακοθεραπεία ή και στην ακτινοβολία όγκους.

Παρέχονται οι εξής εξετάσεις:

  • Κυτταρομετρικός Έλεγχος της συνεργιστικής ή ανταγωνιστικής δράσης δύο ή περισσότερων αντινεοπλασματικών φαρμάκων σε συνδυασμό ή όχι με ακτινοθεραπεία στο σύνολο των καρκινικών κυττάρων του όγκου (Κωδικός: MC_002).

  • Τμήμα κατευθυνόμενης αποδέσμευσης του αντινεοπλασματικού φαρμάκου

    Το τμήμα κατευθυνόμενης αποδέσμευσης του αντινεοπλασματικού φαρμάκου δραστηριοποιείται στην αύξηση του θεραπευτικού συντελεστή ενός συγκεκριμένου φαρμάκου, μέσω της εξειδικευμένης αποδέσμευσης τους στα καρκινικά κύτταρα του ασθενούς με την χρήση ενός λιποσωματικού η κυτταρικού φορέα.

    Τα λιποσώματα ή τα αυτόλογα ερυθροκύτταρα, ως φορείς των αντινεοπλασματικών φαρμάκων χρησιμοποιούνται στην κλινική έρευνα της ογκολογίας τα τελευταία 20 έτη με ενθαρρυντικά αποτελέσματα μέχρι στιγμής.
  • Στην Μονάδα Myoncotherapy παρέχεται σε συνεργασία με αντικαρκινικά κέντρα του εξωτερικού:

    Η δυνατότητα εγκλωβισμού του αντινεοπλασματικού φαρμάκου σε κατάλληλο για ενδοφλέβια χρήση λιποσωματικό ή κυτταρικό φορέα, με σκοπό την αύξηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου στον όγκο και την μείωση της τοξικότητας στους φυσιολογικούς ιστούς (Κωδικός: MC_003).